Εδώ και αρκετά χρόνια ο Γιάννης Φωκάς αναπτύσσει ένα έργο, στο οποίο δίνει πρωταρχικό ρόλο στη λεπτομέρεια μέσα κυρίως από τη "μελέτη του τυχαίου" και την αξιοποίηση ξένων -μη ζωγραφικών-, ευτελών υλικών. Η μεγάλη παράδοση του αφηρημένου εξπρεσιονισμού πρόσφερε στο ζωγράφο πλούσιο υλικό για τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις. κατ ́ αρχήν το χρώμα "επανακτά" τον πλαστικό του χαρακτήρα και τη μορφοπλαστική του ιδιότητα, έτσι ώστε η ζωγραφική του να γίνεται περισσότερο επική και διηγηματική.

Εργα μεγάλων διαστάσεων και συνθέσεις στον τύπο του διπτύχου ή του τριπτύχου είναι η καλλιτεχνική παραγωγή του Φωκά στα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια. Χρωματικές επιφάνειες που συγκρούονται με ένταση, χρώματα που ρέουν σε πολλά μέρη του πίνακα, κηλίδες και άμορφα σχήματα, χρωματιστά χαρτιά και άλλα υλικά είναι σε γενικές γραμμές το εικαστικό λεξιλόγιο του ζωγράφου. Ο θεατής παρατηρεί μ' ενδιαφέρον τον τρόπο με τον οποίο ο ζωγράφος "αναλύει" το χρώμα σε στοιχεία, που στηρίζουν και θεμελιώνουν ένα μορφικό σύστημα με λογική άρθρωση και στέρεη δομή,

Στις ζωγραφιές του αυτές ο Φωκάς επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο κόσμο, μια άλλη πραγματικότητα, άλλοτε μέσα από την προσάρτηση αντικειμένων από τον γνώριμο, οικείο και κοντινό χώρο (αφίσες του δρόμου και άλλα υλικά) και άλλοτε μέσα από μεγεθυσμένες εικόνες του φυσικού περιβάλλοντος (κατεστραμμένα αυτοκίνητα, λεπτομέρειες από απεικονίσεις σε τοίχους ή τυχαίους συνδυασμούς αντικειμένων του καθημερινού κόσμου). Ο καλλιτέχνης φωτογραφίζει μακροσκοπικά λεπτομέρειες θεμάτων που τον ενδιαφέρουν, τις οποίες στη συνέχεια συνθέτει σε μακέτες ώστε ν' αποτελούν μια πρώτη καταγραφή της αρχικής "ιδέας". Δημιουργεί δηλαδή ο καλλιτέχνης ένα σκηνικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται ένας ολόκληρος "κόσμος": υλικά από τη φύση, στοιχεία από την προσωπική ζωή, θέματα από την ανθρώπινη καθημερινή δραστηριότητα κ.λπ.

Κατά κανόνα, κάθε μακέτα χρησιμοποιείται ως πρότυπο για το τελικό έργο, όπου οι σχέσεις των χρωμάτων και των σχημάτων λειτουργούν εντελώς διαφορετικά. Η τελική σύνθεση αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την αποτύπωση ενός νοήματος, το οποίο με κανένα τρόπο δεν προδίδει το δρόμο και την εικαστική διαδικασία που ακολούθησε ο ζωγράφος ως την ολοκλήρωσή του.

Πρόκειται τελικά για μια αυστηρά προσωπική ζωγραφική με κάπως εξομολογητικό και συναισθηματικό τόνο. Οπως σημειώναμε παλιότερα, ο θεατής ανακαλύπτει εδώ πραγματικά το ρυθμό μιας μουσικής αρμονίας και την ένταση μιας δραματικής ατμόσφαιρας.
Μιλτιάδης Παπανικολάου,
Κριτικός Τέχνης, Επιμελητής Εκθέσεων,
Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης,
Φιλοσοφική Σχολή,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,
1989